Τέχνες

Νίκος Παπατάκης, ένας ελεύθερος σκοπευτής

ένα ντοκυμαντέρ για τον Ελληνογάλλο σκηνοθέτη.

Ο Νίκος Παπατάκης είναι ένας Ελληνογάλλος σκηνοθέτης του κινηματογράφου, σεναριογράφος και παραγωγός, από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της ελληνικής διασποράς. Γεννήθηκε στην Αντίς Αμπέμπα της Αιθιοπίας το 1918 από Έλληνα πατέρα και ντόπια μητέρα. Αντιστάθηκε πολεμώντας τα ιταλικά στρατεύματα του Μουσολίνι στο πλευρό του Χαϊλέ Σελασιέ και αναγκάστηκε να εξοριστεί, βρίσκοντας καταφύγιο αρχικά στον Λίβανο και εν συνεχεία στην Ελλάδα. Το 1939 εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Παρίσι. Στη γαλλική πρωτεύουσα, ο Παπατάκης συναναστράφηκε όλη την αφρόκρεμα της γαλλικής διανόησης, από τον Ζαν Πολ Σαρτρ και τον Αντρέ Μπρετόν ως τον Ζακ Πρεβέρ και τον «καταραμένο» Ζαν Ζενέ. Το 1947 άνοιξε το καμπαρέ La Rose Rouge (Το Κόκκινο Ρόδο), που αποτέλεσε το δημιουργικό εφαλτήριο για πολλούς καλλιτέχνες, όπως η Ζιλιέτ Γκρεκό και ο Μπορίς Βιάν.

Το 1951 νυμφεύθηκε την ηθοποιό Ανούκ Εμέ, με την οποία απέκτησε μία κόρη, τη Μανουέλα. Το 1950 υπήρξε παραγωγός και χρηματοδότης της ταινίας του Ζαν Ζενέ Un chant d’ amour (Ένα ερωτικό τραγούδι), τη φωτογραφία της οποίας υπέγραφε ο Ζαν Κοκτό. Η μοναδική κινηματογραφική δημιουργία του «άγιου» (όπως τον απεκάλεσε ο Σαρτρ) συγγραφέα-εγκληματία λογοκρίθηκε και δεν προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες, παρά μόνον το 1975. Το 1957 ο Παπατάκης εγκαταλείπει για πολιτικούς λόγους το Παρίσι για τη Νέα Υόρκη. Εκεί γνωρίζει και ερωτεύεται τη Γερμανίδα μανεκέν Κρίστα Πέφγκεν, η οποία υιοθετεί το υποκοριστικό του και ως Nico δημιουργεί μία αξιόλογη καριέρα στη ροκ μουσική σκηνή και γίνεται ιδιαίτερα γνωστή ως ηγερία του Άντι Γουόρχολ και των Velvet Underground. Κατά την παραμονή του στην αμερικάνικη μεγαλούπολη γνωρίζεται με έναν άλλο σημαντικό σκηνοθέτη της ελληνικής διασποράς, τον Τζον Κασαβέτη, ο οποίος αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα για την ολοκλήρωσή της πρώτη του ταινία. Βρίσκει τα αναγκαία κεφάλαια και γίνεται συμπαραγωγός στην ταινία του Σκιές (1959), που αποτελεί μία από τις κορυφαίες δημιουργίες του ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου.

Ο Παπατάκης επιστρέφει στο Παρίσι το 1962 και τον επόμενο χρόνο παρουσιάζει την πρώτη του ταινία Οι Άβυσσοι, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Ζενέ Οι Δούλες, που με τη σειρά του είχε αντλήσει την έμπνευσή του από την αληθινή, μακάβρια, ιστορία των αδελφών Παπέν. Η ταινία προβάλλεται στο Φεστιβάλ των Καννών και προκαλεί σκάνδαλο με την ωμότητά της. Το 1967 γυρίζει στην Ελλάδα την ταινία Οι Βοσκοί, με πρωταγωνίστρια τη σύζυγό του, όπου πραγματεύεται και καταγγέλλει τη δικτατορία των συνταγματαρχών στην Ελλάδα. Περνούν επτά χρόνια μέχρι την επόμενη ταινία του Gloria Mundi, με θέμα τα βασανιστήρια των Γάλλων αποικιοκρατών στον Πόλεμο της Αλγερίας τη δεκαετία του ’50. Η ταινία επιλέχθηκε να συμμετάσχει στο πρώτο κινηματογραφικό φεστιβάλ των Παρισίων, αλλά κατέβηκε αμέσως, έπειτα από βομβιστική επίθεση στον κινηματογράφο Μαρμπέφ. Καμία οργάνωση δεν ανέλαβε την ευθύνη, αλλά υπήρχαν υπόνοιες ότι πίσω της βρισκόταν η ακροδεξιά τρομοκρατική οργάνωση OAS. H ταινία προβλήθηκε, τελικά, μόλις το 2005.

Το 1986 παρουσίασε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, τη Φωτογραφία, με πρωταγωνιστή τον Άρη Ρέτσο, ίσως την καλύτερή ταινία του και μία από τις λυρικότερες ταινίες του ελληνικού σινεμά, που εξερευνά το θέμα της νοσταλγίας του ξενιτεμένου και την αποξένωση της μετανάστευσης, ενώ θίγει πολλά σημεία της τραγικής ιστορίας της νεότερης Ελλάδας. Το 1991 υπογράφει τους Ισορροπιστές, την τελευταία ταινία του, που αποτελεί ένα αιχμηρό πορτραίτο του Ζαν Ζενέ, τον οποίο υποδύθηκε αξεπέραστα ο Μισέλ Πικολί και προκάλεσε τη μήνιν πολλών θαυμαστών του.
Το 2003 κυκλοφόρησε στη Γαλλία η αυτοβιογραφία του με τίτλο Tous les desespoirs sont permis (Όλες οι απελπισίες επιτρέπονται). Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Χατζηνικολή με τίτλο Όλοι οι δρόμοι προς την απόγνωση. O Νίκος Παπατάκης πέθανε στο Παρίσι το 2010, σε ηλικία 92 ετών.

Δείτε ακόμη